Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noter
01
βαθμολογώ, αξιολογώ
évaluer la qualité ou la performance de quelqu'un ou quelque chose avec un chiffre ou une mention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
note
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
notons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
noterai
ενεστώτα μετοχή
notant
παθητική μετοχή
noté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
notions
Παραδείγματα
Le professeur note les devoirs des élèves chaque semaine.
Ο δάσκαλος βαθμολογεί τις εργασίες των μαθητών κάθε εβδομάδα.
02
σημειώνω, καταγράφω
écrire quelque chose pour s'en souvenir ou pour l'exprimer
Παραδείγματα
Je note les idées importantes dans mon carnet.
Καταγράφω τις σημαντικές ιδέες στο σημειωματάριό μου.
03
παρατηρώ, παρατηρώ
comprendre ou se rendre compte de quelque chose
Παραδείγματα
J'ai noté son absence hier.
Παρατήρησα την απουσία του χθες.



























