Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noter
01
βαθμολογώ, αξιολογώ
évaluer la qualité ou la performance de quelqu'un ou quelque chose avec un chiffre ou une mention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
note
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
notons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
noterai
ενεστώτα μετοχή
notant
παθητική μετοχή
noté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
notions
Παραδείγματα
Le professeur a bien noté mon travail.
Ο καθηγητής βαθμολόγησε καλά τη δουλειά μου.
02
σημειώνω, καταγράφω
écrire quelque chose pour s'en souvenir ou pour l'exprimer
Παραδείγματα
Tu dois noter toutes les informations utiles.
Πρέπει να σημειώσεις όλες τις χρήσιμες πληροφορίες.
03
παρατηρώ, παρατηρώ
comprendre ou se rendre compte de quelque chose
Παραδείγματα
Vous devez noter les différences entre les deux textes.
Πρέπει να σημειώσετε τις διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων.



























