Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mutiler
01
ακρωτηριασμένος, παραμορφωμένος
priver quelqu'un d'une partie de son corps, souvent de manière violente ou traumatique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mutile
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mutilons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mutilerai
παθητική μετοχή
mutilé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mutilions
Παραδείγματα
Le soldat a été mutilé pendant la guerre.
Ο στρατιώτης ακρωτηριάστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου.
02
ακρωτηριάζω, παραμορφώνω
causer des dommages graves à une personne, un animal ou un objet, pouvant affecter son intégrité ou son fonctionnement
Παραδείγματα
L'accident a mutilé plusieurs voitures sur la route.
Το ατύχημα κατέστρεψε πολλά αυτοκίνητα στο δρόμο.
03
ακρωτηριάζω, παραμορφώνω
supprimer ou enlever une partie d'un texte, d'un document ou d'une œuvre, souvent de manière excessive ou destructrice
Παραδείγματα
L'éditeur a mutilé le manuscrit original.
Ο συντάκτης ακρωτηρίασε το πρωτότυπο χειρόγραφο.



























