Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le misérable
01
δυστυχής, άθλιος
personne vivant dans une grande détresse matérielle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
misérables
Παραδείγματα
Le misérable dormait sous un pont, enveloppé dans un vieux journal.
Ο άθλιος κοιμόταν κάτω από μια γέφυρα, τυλιγμένος σε μια παλιά εφημερίδα.
misérable
01
άπορος, έκπτωτος
marqué par une grande pauvreté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus misérable
συγκριτικός βαθμός
plus misérable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
misérable
αρσενικό πληθυντικό
misérables
θηλυκό ενικό
misérable
θηλυκό πληθυντικό
misérables
Παραδείγματα
Un village misérable perdu dans la montagne.
Ένα άθλιο χωριό χαμένο στο βουνό.
02
άθλιος, δυστυχής
qui inspire le mépris ou la pitié
Παραδείγματα
Un effort misérable pour se justifier.
Μια άθλια προσπάθεια να δικαιολογηθεί.
03
άθλιος, ασήμαντος
insignifiant ou dérisoire
Παραδείγματα
Un salaire misérable pour un travail si dur.
Ένας άθλιος μισθός για τόσο σκληρή δουλειά.



























