Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le misérable
[gender: masculine]
01
δυστυχής, άθλιος
personne vivant dans une grande détresse matérielle
Παραδείγματα
La vieille femme était devenue un misérable après la ruine de sa famille.
Η ηλικιωμένη γυναίκα είχε γίνει ένας άθλιος μετά την καταστροφή της οικογένειάς της.
misérable
01
άπορος, έκπτωτος
marqué par une grande pauvreté
Παραδείγματα
Une existence misérable, sans joie ni comfort.
Μια άθλια ύπαρξη, χωρίς χαρά ή άνεση.
02
άθλιος, δυστυχής
qui inspire le mépris ou la pitié
Παραδείγματα
Un sourire misérable tremblait sur ses lèvres.
Ένα αξιολύπητο χαμόγελο τρέμοντα στα χείλη της.
03
άθλιος, ασήμαντος
insignifiant ou dérisoire
Παραδείγματα
Un misérable pourboire laissé par le client.
Ένα άθλιο φιλοδώρημα που άφησε ο πελάτης.



























