la misère
Pronunciation
/mizɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "misère"στα γαλλικά

La misère
[gender: feminine]
01

δυστυχία, ακραία φτώχεια

état de grande pauvreté ou de souffrance
la misère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La misère sociale est un problème majeur dans certaines villes.
Η κοινωνική δυστυχία είναι ένα σοβαρό πρόβλημα σε ορισμένες πόλεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store