Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manipulateur
01
χειριστικός, πανούργος
qui agit pour contrôler ou diriger les autres subtilement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus manipulateur
συγκριτικός βαθμός
plus manipulateur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
manipulateur
αρσενικό πληθυντικό
manipulateurs
θηλυκό ενικό
manipulatrice
θηλυκό πληθυντικό
manipulatrices
Παραδείγματα
Il est manipulateur et obtient toujours ce qu'il veut.
Είναι χειριστής και πάντα παίρνει αυτό που θέλει.
Le manipulateur
01
χειριστής, εκμεταλλευτής
personne qui profite des autres pour son avantage ou ses intérêts personnels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
manipulateurs
Παραδείγματα
Un manipulateur profite toujours de la naïveté des autres.
Ένας χειριστής εκμεταλλεύεται πάντα την αφέλεια των άλλων.
02
χειριστής, χειραγωγός
personne qui utilise ou contrôle du matériel technique ou scientifique
Παραδείγματα
Le manipulateur ajuste les instruments du laboratoire.
Ο χειριστής ρυθμίζει τα όργανα του εργαστηρίου.
03
μάγος, ιλουζιονίστας
personne qui réalise des tours de magie ou des illusions pour divertir
Παραδείγματα
Le manipulateur a surpris le public avec ses tours.
Ο μάγος εξέπληξε το κοινό με τα κόλπα του.



























