exclure
Pronunciation
/ɛksklyʀ/

Ορισμός και σημασία του "exclure"στα γαλλικά

exclure
01

αποκλείω, εξαιρώ

empêcher quelqu'un de faire partie d'un groupe ou d'une activité
exclure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exclus
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
excluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exclurai
ενεστώτα μετοχή
excluant
παθητική μετοχή
exclu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
excluions
Παραδείγματα
Ne m' excluez pas de cette conversation importante.
Μη με αποκλείεις από αυτή τη σημαντική συζήτηση.
02

αποκλείω

mettre à l'écart, ne pas prendre en compte
exclure definition and meaning
Παραδείγματα
On a exclu les données incomplètes de l' analyse.
Αποκλείσαμε τα ελλιπή δεδομένα από την ανάλυση.
03

αποκλείω, αφαιρώ

supprimer ou retirer quelque chose/quelqu'un d'un ensemble
exclure definition and meaning
Παραδείγματα
La nouvelle version exclut cette fonction obsolète.
Η νέα έκδοση αποκλείει αυτήν την απαρχαιωμένη λειτουργία.
04

αποκλείω, εμποδίζω

empêcher l'accès ou la participation
exclure definition and meaning
Παραδείγματα
Le contrat exclut toute modification ultérieure.
Η σύμβαση αποκλείει τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store