Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exclure
01
αποκλείω, εξαιρώ
empêcher quelqu'un de faire partie d'un groupe ou d'une activité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exclus
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
excluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exclurai
ενεστώτα μετοχή
excluant
παθητική μετοχή
exclu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
excluions
Παραδείγματα
Ne m' excluez pas de cette conversation importante.
Μη με αποκλείεις από αυτή τη σημαντική συζήτηση.
02
αποκλείω
mettre à l'écart, ne pas prendre en compte
Παραδείγματα
On a exclu les données incomplètes de l' analyse.
Αποκλείσαμε τα ελλιπή δεδομένα από την ανάλυση.
03
αποκλείω, αφαιρώ
supprimer ou retirer quelque chose/quelqu'un d'un ensemble
Παραδείγματα
La nouvelle version exclut cette fonction obsolète.
Η νέα έκδοση αποκλείει αυτήν την απαρχαιωμένη λειτουργία.
04
αποκλείω, εμποδίζω
empêcher l'accès ou la participation
Παραδείγματα
Le contrat exclut toute modification ultérieure.
Η σύμβαση αποκλείει τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις.



























