Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exclure
01
αποκλείω, εξαιρώ
empêcher quelqu'un de faire partie d'un groupe ou d'une activité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exclus
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
excluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exclurai
ενεστώτα μετοχή
excluant
παθητική μετοχή
exclu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
excluions
Παραδείγματα
L'école a décidé d'exclure l'élève perturbateur.
Το σχολείο αποφάσισε να αποκλείσει τον αναστατωτικό μαθητή.
02
αποκλείω
mettre à l'écart , ne pas prendre en compte
Παραδείγματα
Il faut exclure cette option trop coûteuse.
Πρέπει να αποκλείσουμε αυτήν την πολύ ακριβή επιλογή.
03
αποκλείω, αφαιρώ
supprimer ou retirer quelque chose/quelqu'un d'un ensemble
Παραδείγματα
Le logiciel exclut automatiquement les doublons.
Το λογισμικό αποκλείει αυτόματα τα διπλά.
04
αποκλείω, εμποδίζω
empêcher l'accès ou la participation
Παραδείγματα
Cette règle exclut toute possibilité de triche.
Αυτός ο κανόνας αποκλείει κάθε πιθανότητα απάτης.



























