l'exclusion
exclusion
ɛksklyzjɔ̃
eksklyzyaw
excursionexcision

Ορισμός και σημασία του "exclusion"στα γαλλικά

01

αποκλεισμός, απέλαση

action de chasser ou d'éloigner quelqu'un d'un groupe ou d'un lieu 
l'exclusion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'exclusion d'un élève peut être décidée par le conseil de discipline. 

Η αποκλεισμός ενός μαθητή μπορεί να αποφασιστεί από το συμβούλιο πειθαρχίας.

02

αποκλεισμός, περιθωριοποίηση

fait de mettre quelqu'un à l'écart, de ne pas l'inclure 
Παραδείγματα
L'exclusion sociale touche souvent les plus pauvres. 

Η κοινωνική αποκλεισμός αφορά συχνά τους φτωχότερους.

03

αποκλεισμός, απόρριψη

action de rejeter quelqu'un, de le mettre à l'extérieur d'un groupe ou d'une communauté 
Παραδείγματα
L'exclusion d'un enfant par ses camarades est douloureuse. 

Ο αποκλεισμός ενός παιδιού από τους συμμαθητές του είναι οδυνηρός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

exclusion
exclude
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store