l'exclusion
Pronunciation
/ɛksklyzjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "exclusion"στα γαλλικά

01

αποκλεισμός, απέλαση

action de chasser ou d'éloigner quelqu'un d'un groupe ou d'un lieu
l'exclusion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' exclusion d' un participant a changé l' ambiance de la réunion.
Ο αποκλεισμός ενός συμμετέχοντα άλλαξε την ατμόσφαιρα της συνάντησης.
02

αποκλεισμός, περιθωριοποίηση

fait de mettre quelqu'un à l'écart, de ne pas l'inclure
Παραδείγματα
Les politiques cherchent à réduire l' exclusion dans la société.
Οι πολιτικές στοχεύουν στη μείωση της αποκλειστικότητας στην κοινωνία.
03

αποκλεισμός, απόρριψη

action de rejeter quelqu'un, de le mettre à l'extérieur d'un groupe ou d'une communauté
Παραδείγματα
L' exclusion d' un collègue a choqué toute l' équipe.
Ο αποκλεισμός ενός συναδέλφου σόκαρε όλη την ομάδα.

Λεξικό Δέντρο

exclusion
exclude
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store