Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'exclusion
01
αποκλεισμός, απέλαση
action de chasser ou d'éloigner quelqu'un d'un groupe ou d'un lieu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' exclusion d' un participant a changé l' ambiance de la réunion.
Ο αποκλεισμός ενός συμμετέχοντα άλλαξε την ατμόσφαιρα της συνάντησης.
02
αποκλεισμός, περιθωριοποίηση
fait de mettre quelqu'un à l'écart, de ne pas l'inclure
Παραδείγματα
Les politiques cherchent à réduire l' exclusion dans la société.
Οι πολιτικές στοχεύουν στη μείωση της αποκλειστικότητας στην κοινωνία.
03
αποκλεισμός, απόρριψη
action de rejeter quelqu'un, de le mettre à l'extérieur d'un groupe ou d'une communauté
Παραδείγματα
L' exclusion d' un collègue a choqué toute l' équipe.
Ο αποκλεισμός ενός συναδέλφου σόκαρε όλη την ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
exclusion
exclude



























