Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exclu
01
αποκλεισμένος, εξαιρεθείς
qui a été chassé ou écarté d'un groupe, d'un lieu ou d'une fonction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus exclu
συγκριτικός βαθμός
plus exclu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exclu
αρσενικό πληθυντικό
exclus
θηλυκό ενικό
exclue
θηλυκό πληθυντικό
exclues
Παραδείγματα
L'élève exclu ne peut plus revenir en classe.
Ο αποβληθείς μαθητής δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει στην τάξη.
L'exclu
01
αποκλεισμένος, παραμελημένος
personne qui a été chassée ou mise à l'écart d'un groupe, d'une communauté ou d'une organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
exclus
Παραδείγματα
Cet homme est un exclu de la société.
Αυτός ο άνδρας είναι ένας αποκλεισμένος της κοινωνίας.
02
αποκλειστική αναφορά, αποκλειστική είδηση
information ou reportage publié en priorité ou de manière exclusive par un média
Παραδείγματα
Le journal a publié l'exclu sur l'affaire politique.
Η εφημερίδα δημοσίευσε την αποκλειστική έκθεση για την πολιτική υπόθεση.



























