Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exclu
01
αποκλεισμένος, εξαιρεθείς
qui a été chassé ou écarté d'un groupe, d'un lieu ou d'une fonction
Παραδείγματα
Elle était exclue du projet par ses collègues.
Αποκλείστηκε από το έργο από τους συναδέλφους της.
L'exclu
[gender: masculine]
01
αποκλεισμένος, παραμελημένος
personne qui a été chassée ou mise à l'écart d'un groupe, d'une communauté ou d'une organisation
Παραδείγματα
L' école aide les exclus à retrouver confiance.
Το σχολείο βοηθά τους αποκλεισμένους να ανακτήσουν την αυτοπεποίθησή τους.
02
αποκλειστική αναφορά, αποκλειστική είδηση
information ou reportage publié en priorité ou de manière exclusive par un média
Παραδείγματα
Les journalistes travaillent dur pour obtenir l' exclu.
Οι δημοσιογράφοι εργάζονται σκληρά για να αποκτήσουν την αποκλειστική αναφορά.



























