Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emprunter
01
δανείζομαι
prendre quelque chose temporairement avec l'intention de le rendre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
emprunte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
empruntons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
emprunterai
ενεστώτα μετοχή
empruntant
παθητική μετοχή
emprunté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
empruntions
Παραδείγματα
J'ai emprunté un livre à la bibliothèque.
Δανείστηκα ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη.
02
δανείζομαι, παίρνω δάνειο
recevoir de l'argent d'une banque ou d'une personne en promettant de le rembourser
Παραδείγματα
Il a emprunté de l'argent à la banque pour acheter une voiture.
Δανείστηκε χρήματα από την τράπεζα για να αγοράσει ένα αυτοκίνητο.
03
δανείζομαι, υιοθετώ
prendre une idée, une expression ou un élément d'une autre source pour l'utiliser
Παραδείγματα
Cet auteur a emprunté des idées à la philosophie antique.
Αυτός ο συγγραφέας δανείστηκε ιδέες από την αρχαία φιλοσοφία.
04
παίρνω, ακολουθώ
prendre un chemin ou une route pour aller quelque part
Παραδείγματα
Nous avons emprunté un sentier à travers la forêt.
Πήραμε ένα μονοπάτι μέσα από το δάσος.



























