Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dénouer
01
ξεδένω, αποσυνδέω
défaire un nœud ou un lien, rendre quelque chose libre ou détaché
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dénoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dénouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dénouerai
παθητική μετοχή
dénoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dénouions
Παραδείγματα
Après avoir dénoué le nœud, elle a remis le foulard.
Αφού λύσει τον κόμπο, φόρεσε ξανά το κασκόλ.
02
επιλύω, ξεμπλέκω
résoudre un problème, une situation difficile ou un conflit
Παραδείγματα
Le plan a permis de dénouer les problèmes financiers de l' entreprise.
Το σχέδιο επέτρεψε να λύσει τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας.



























