dénouer
dén
den
den
ouer
we
ve
déjouerdénoterdévouer

Ορισμός και σημασία του "dénouer"στα γαλλικά

dénouer
01

ξεδένω, αποσυνδέω

défaire un nœud ou un lien, rendre quelque chose libre ou détaché 
dénouer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dénoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dénouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dénouerai
παθητική μετοχή
dénoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dénouions
Παραδείγματα
Elle a dénoué ses lacets avant de les ranger. 

Αυτή ξέλυσε τα κορδόνια της πριν τα βάλει στην άκρη.

02

επιλύω, ξεμπλέκω

résoudre un problème, une situation difficile ou un conflit 
Παραδείγματα
Ils ont réussi à dénouer le différend entre les deux parties. 

Κατάφεραν να λύσουν τη διαμάχη μεταξύ των δύο μερών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store