Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
découvrir
01
ανακαλύπτω, βρίσκω
trouver ou apprendre quelque chose de nouveau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
découvre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
découvrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
découvrirai
ενεστώτα μετοχή
découvrant
παθητική μετοχή
découvert
α΄ πληθυντικό παρατατικού
découvrions
Παραδείγματα
Ils ont découvert une île inconnue.
Ανακάλυψαν ένα άγνωστο νησί.
02
ανακαλύπτω, αποκαλύπτω
révéler quelque chose qui était caché
Παραδείγματα
Le journaliste a découvert un scandale politique.
Ο δημοσιογράφος αποκάλυψε ένα πολιτικό σκάνδαλο.
03
ανακαλύπτω, βλέπω
voir ou remarquer quelque chose
Παραδείγματα
J'ai découvert un oiseau rare dans le jardin.
Ανακάλυψα ένα σπάνιο πουλί στον κήπο.
04
ξεγδύνομαι, αφαιρώ τα ρούχα
enlever une partie de ses vêtements
Παραδείγματα
Il fait chaud, tu peux te découvrir un peu.
Κάνει ζέστη, μπορείς να ξετυλιχτείς λίγο.
05
καθαρίζω
quand le ciel devient clair après avoir été couvert
Παραδείγματα
Le ciel commence à se découvrir.
Ο ουρανός αρχίζει να καθαρίζει.
06
ανακαλύπτω τον εαυτό μου
commencer à connaître ses propres goûts, qualités ou intérêts
Παραδείγματα
Elle s'est découverte une passion pour la peinture.
Αυτή ανακάλυψε μέσα της ένα πάθος για τη ζωγραφική.



























