Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
couché
01
ξαπλωμένος, κουτσουρεμένος
en position horizontale, généralement pour dormir ou se reposer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus couché
συγκριτικός βαθμός
plus couché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
couché
αρσενικό πληθυντικό
couchés
θηλυκό ενικό
couchée
θηλυκό πληθυντικό
couchées
Παραδείγματα
Je l'ai trouvé couché sur le lit, profondément endormi.
Τον βρήκα ξαπλωμένο στο κρεβάτι, βαθιά κοιμισμένο.
02
καμπούρης, κυρτός προς τα εμπρός
ayant une posture courbée ou voûtée vers l'avant
Παραδείγματα
Le vieil homme marchait le dos couché à cause de l'arthrose.
Ο ηλικιωμένος περπατούσε με την πλάτη λυγισμένη λόγω αρθρίτιδας.
Le couché
01
βελονάκι, κροσέ
technique de tissage utilisant une aiguille spéciale pour créer des motifs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle fait du crochet depuis l'enfance.
Κάνει βελονάκι από την παιδική της ηλικία.
couché
01
Ξάπλωσε!, Κάτσε κάτω!
ordre donné à un animal domestique pour qu'il se mette en position couchée
Παραδείγματα
Couché ! Reste dans cette position.
Ξάπλωσε! Μείνε σε αυτή τη θέση.



























