Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accordeur
01
κουρδιστής, συντονιστής
individu spécialisé ou dispositif utilisé pour ajuster les cordes, touches ou composants d'un instrument afin que les notes soient parfaitement accordées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accordeurs
αρσενικό ενικό
accordeur
θηλυκό ενικό
accordeuse
neutral form
technicien d'accordage
Παραδείγματα
L'accordeur a réglé le piano avant le concert.
Ο κουρδιστής ρύθμισε το πιάνο πριν από τη συναυλία.
LanGeek



























