Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colgar
01
κρεμάω
sujetar o poner una cosa en un lugar alto para que quede suspendida o no toque el suelo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuelgo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuelga
ενεστώτα μετοχή
colgando
απλός αόριστος
colgué
παθητική μετοχή
colgado
Παραδείγματα
Voy a colgar el cuadro en la pared.
Πρόκειται να κρεμάσω τον πίνακα στον τοίχο.
02
κλείνω το τηλέφωνο
terminar una conversación telefónica cortando la comunicación
Παραδείγματα
Por favor, no cuelgues antes de que termine de hablar.
Παρακαλώ, μην κλείσετε πριν τελειώσω να μιλάω.
03
ανεβάζω
subir archivos, fotos o información a internet o a una plataforma digital
Παραδείγματα
Voy a colgar las fotos de la fiesta en las redes sociales.
Πρόκειται να ανεβάσω τις φωτογραφίες του πάρτι στα κοινωνικά δίκτυα.
04
παγώνω, κολλάω
dejar de funcionar un sistema informático o programa de forma repentina
Παραδείγματα
El ordenador se colgó durante la actualización.
Ο υπολογιστής κόλλησε κατά την ενημέρωση.



























