la colisión
colisión
cohesióncolusióncolacióncomisión

Ορισμός και σημασία του "colisión"στα ισπανικά

01

σύγκρουση, ατύχημα

el impacto violento entre dos o más vehículos en movimiento 
la colisión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
colisiones
Παραδείγματα
La colisión entre el camión y el coche fue muy fuerte. 

Η σύγκρουση μεταξύ του φορτηγού και του αυτοκινήτου ήταν πολύ δυνατή.

02

σύγκρουση, σύγκρουση

un enfrentamiento o conflicto entre personas o grupos 
la colisión definition and meaning
Παραδείγματα
La colisión de opiniones entre los dos políticos fue evidente en el debate. 

Η σύγκρουση απόψεων μεταξύ των δύο πολιτικών ήταν εμφανής στη συζήτηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store