Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presentar
01
παρουσιάζω, υποβάλλω
entregar o mostrar algo a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
presento
γ΄ ενικό πρόσωπο
presenta
ενεστώτα μετοχή
presentando
απλός αόριστος
presenté
παθητική μετοχή
presentado
Παραδείγματα
Vamos a presentar los documentos al juez.
Θα παρουσιάσουμε τα έγγραφα στον δικαστή.
02
υποβάλλω
entregar documentos, trabajos o solicitudes a la autoridad correspondiente
Παραδείγματα
Presenté mi solicitud al director.
Υπέβαλα την αίτησή μου στον διευθυντή.
03
παρουσιάζω
exhibir algo para que otros lo vean
Παραδείγματα
Presentó sus dibujos en la exposición.
Παρουσιάζω τα σχέδιά του στην έκθεση.
04
παρουσιάζω
dar a conocer algo oficialmente al público
Παραδείγματα
La compañía presentó su nuevo smartphone.
Η εταιρεία παρουσίασε το νέο της smartphone.
05
συστήνω
hacer que una persona conozca a otra
Παραδείγματα
Te presentaré a mis amigos.
Θα σε συστήσω στους φίλους μου.
5.1
συστήνομαι
decir quién eres o dar tu nombre para que otros te conozcan
Παραδείγματα
Él se presentó al grupo con mucha confianza.
Παρουσιάστηκε στην ομάδα με μεγάλη αυτοπεποίθηση.
06
παρουσιάζω
mostrar o realizar una actuación o espectáculo delante de un público
Παραδείγματα
El cantante va a presentar su nuevo álbum en el concierto.
Ο τραγουδιστής θα παρουσιάσει το νέο του άλμπουμ στη συναυλία.
07
εμφανίζομαι
aparecer o llegar a un lugar sin previo aviso
Παραδείγματα
Se presentó en la fiesta sin avisar.
Εμφανίστηκε στο πάρτι χωρίς προειδοποίηση.
08
υποβάλλω υποψηφιότητα, ανακοινώνω υποψηφιότητα
ofrecerse o registrarse oficialmente para competir por un cargo público en un proceso electoral
Παραδείγματα
Se presenta para concejal del distrito.
Καταθέτει υποψηφιότητα για δημοτικό σύμβουλο της περιφέρειας.



























