Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ireful
01
θυμωμένος, οργισμένος
filled with or characterized by anger or wrath
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ireful
συγκριτικός βαθμός
more ireful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
An ireful storm was brewing in his eyes as he confronted the situation.
Μια θυμωμένη καταιγίδα ζύγωνε στα μάτια του καθώς αντιμετώπιζε την κατάσταση.
Λεξικό Δέντρο
ireful
ire



























