Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intermit
01
διακόπτω, αναστέλλω
to stop for a period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intermit
γ΄ ενικό πρόσωπο
intermits
ενεστώτα μετοχή
intermitting
απλός αόριστος
intermitted
παθητική μετοχή
intermitted
Παραδείγματα
The delivery of supplies had to intermit when roads flooded during the storm.
Η παράδοση των προμηθειών έπρεπε να διακοπεί όταν οι δρόμοι πλημμύρισαν κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
Λεξικό Δέντρο
intermittence
intermittent
intermit



























