Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intermit
01
διακόπτω, αναστέλλω
to stop for a period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intermit
γ΄ ενικό πρόσωπο
intermits
ενεστώτα μετοχή
intermitting
απλός αόριστος
intermitted
παθητική μετοχή
intermitted
Παραδείγματα
His speech intermitted several times as he stopped to collect his thoughts.
Η ομιλία του διακόπηκε αρκετές φορές καθώς σταμάτησε για να συγκεντρώσει τις σκέψεις του.
Λεξικό Δέντρο
intermittence
intermittent
intermit



























