to intermit
in
ˌɪn
in
ter
mit
ˈmɪt
mit
intromit

Ορισμός και σημασία του "intermit"στα αγγλικά

to intermit
01

διακόπτω, αναστέλλω

to stop for a period of time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intermit
γ΄ ενικό πρόσωπο
intermits
ενεστώτα μετοχή
intermitting
απλός αόριστος
intermitted
παθητική μετοχή
intermitted
Παραδείγματα
The delivery of supplies had to intermit when roads flooded during the storm. 

Η παράδοση των προμηθειών έπρεπε να διακοπεί όταν οι δρόμοι πλημμύρισαν κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

Λεξικό Δέντρο

intermittence
intermittent
intermit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store