Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interminable
01
ατελείωτος, απείρως μακρύς και κουραστικός
feeling endlessly long and tedious
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most interminable
συγκριτικός βαθμός
more interminable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, experience, perception
Παραδείγματα
The interminable meeting stretched on for hours without any decisive outcome.
Η ατελείωτη συνάντηση κράτησε ώρες χωρίς κανένα αποφασιστικό αποτέλεσμα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
interminably
interminable
terminable
terminate
termin



























