Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to insult
01
προσβάλλω, εξευτελίζω
to intentionally say or do something that disrespects or humiliates someone
Transitive: to insult sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
insult
γ΄ ενικό πρόσωπο
insults
ενεστώτα μετοχή
insulting
απλός αόριστος
insulted
παθητική μετοχή
insulted
Παραδείγματα
The comedian 's jokes crossed the line and began to insult certain groups, causing discomfort in the audience.
Τα αστεία του κωμικού ξεπέρασαν τα όρια και άρχισαν να προσβάλλουν ορισμένες ομάδες, προκαλώντας δυσφορία στο κοινό.
Insult
01
προσβολή, ύβρις
a spoken or written remark intended to offend, humiliate, or hurt someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insults
Παραδείγματα
He regretted the insult he had hurled in anger.
Μετάνιωσε για την προσβολή που είχε εκσφενδονίσει με θυμό.
02
προσβολή, ύβρις
a deliberate action or behavior that shows disrespect or has the effect of offending someone
Παραδείγματα
Leaving without notice was an insult to the host.
Η αναχώρηση χωρίς προειδοποίηση ήταν προσβολή για τον οικοδεσπότη.
Λεξικό Δέντρο
insulting
insult



























