Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Archdeacon
01
αρχιδιάκονος, γενικός εφημέριος
a religious leader in Anglican Church whose rank is one level lower than a bishop
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
archdeacons
Λεξικό Δέντρο
archdeaconry
archdeacon
arch
deacon



























