arched
arched
ɑ:ʧt
aacht
arced

Ορισμός και σημασία του "arched"στα αγγλικά

01

αψιδωτός, καμπυλωμένος

(of a structure) having a curved shape at the top 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most arched
συγκριτικός βαθμός
more arched
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
architecture, shape, structures
02

αψιδωτός, σε σχήμα αψίδας

forming or resembling an arch 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

arched
arch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store