arched
arched
ɑrʧt
αρτστ
/ˈɑːt‍ʃd/

Ορισμός και σημασία του "arched"στα αγγλικά

01

αψιδωτός, καμπυλωμένος

(of a structure) having a curved shape at the top
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most arched
συγκριτικός βαθμός
more arched
διαβαθμίσιμο
02

αψιδωτός, σε σχήμα αψίδας

forming or resembling an arch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store