Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insignificant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insignificant
συγκριτικός βαθμός
more insignificant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His comments on the topic were insignificant and did not add any value to the discussion.
Τα σχόλιά του για το θέμα ήταν ασήμαντα και δεν πρόσθεσαν καμία αξία στη συζήτηση.
02
ασήμαντος, ασήμαντο
not having much importance or influence
Παραδείγματα
The error in the document was insignificant and did not affect the outcome.
Το λάθος στο έγγραφο ήταν ασήμαντο και δεν επηρέασε το αποτέλεσμα.
Λεξικό Δέντρο
insignificant
significant
signify
sign



























