insignificant
Pronunciation
/ˌɪnsɪɡˈnjɪfɪkənt/

Ορισμός και σημασία του "insignificant"στα αγγλικά

insignificant
01

ασήμαντος, ασήμαντο

not having a notable meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insignificant
συγκριτικός βαθμός
more insignificant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The gesture seemed insignificant, failing to convey any real sentiment.
Η χειρονομία φαινόταν ασήμαντη, χωρίς να μεταφέρει κανένα πραγματικό συναίσθημα.
02

ασήμαντος, ασήμαντο

not having much importance or influence
Παραδείγματα
The changes made to the policy were insignificant and had little impact.
Οι αλλαγές που έγιναν στην πολιτική ήταν ασήμαντες και είχαν μικρή επίδραση.

Λεξικό Δέντρο

insignificant
significant
signify
sign
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store