Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insane
01
τρελός, παλαβός
extremely unreasonable or stupid, particularly in a manner that is likely to be dangerous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insane
συγκριτικός βαθμός
more insane
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It's insane to drive while intoxicated.
Είναι τρελό να οδηγείς μεθυσμένος.
02
τρελός, ψυχικά ασθενής
(of a person) having a severe mental disorder that affects thinking, behavior, or emotions
Παραδείγματα
The court ruled him legally insane and unfit to stand trial.
Το δικαστήριο τον κήρυξε νομικά τρελό και ανίκανο να δικαστεί.
Παραδείγματα
The graphics in that game are insane—it's like being in another world!
Τα γραφικά σε αυτό το παιχνίδι είναι τρελά—είναι σαν να βρίσκεσαι σε άλλο κόσμο!
Λεξικό Δέντρο
insane
sane



























