insane
in
ɪn
in
sane
ˈseɪn
sein
inane

Ορισμός και σημασία του "insane"στα αγγλικά

01

τρελός, παλαβός

extremely unreasonable or stupid, particularly in a manner that is likely to be dangerous 
insane definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insane
συγκριτικός βαθμός
more insane
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It's insane to drive while intoxicated. 

Είναι τρελό να οδηγείς μεθυσμένος.

02

τρελός, ψυχικά ασθενής

(of a person) having a severe mental disorder that affects thinking, behavior, or emotions 
insane definition and meaning
Παραδείγματα
The court ruled him legally insane and unfit to stand trial. 

Το δικαστήριο τον κήρυξε νομικά τρελό και ανίκανο να δικαστεί.

03

απίστευτος, εντυπωσιακός

extremely impressive or extraordinary 
Παραδείγματα
The graphics in that game are insane—it's like being in another world! 

Τα γραφικά σε αυτό το παιχνίδι είναι τρελά—είναι σαν να βρίσκεσαι σε άλλο κόσμο!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store