insatiable
in
ɪn
in
sa
ˈseɪ
sei
tia
ʃə
shē
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "insatiable"στα αγγλικά

insatiable
01

ακόρεστος

unable to ever be satisfied 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insatiable
συγκριτικός βαθμός
more insatiable
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

insatiably
insatiable
satiable
satiate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store