inimitable
i
ɪ
i
ni
ˈnɪ
ni
mi
mi
ta
ble
bəl
bēl
inevitableindomitable

Ορισμός και σημασία του "inimitable"στα αγγλικά

inimitable
01

αμιμήτου, μοναδικός

beyond imitation due to being unique and of high quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inimitable
συγκριτικός βαθμός
more inimitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her inimitable style of singing, with its soulful tone and impeccable technique, set her apart from other artists. 

Το απαράμιλλο στυλ τραγουδιού της, με το συναισθηματικό της τόνο και την άψογη τεχνική, την ξεχώριζε από άλλους καλλιτέχνες.

Λεξικό Δέντρο

inimitably
inimitable
inimit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store