Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inimitable
01
αμιμήτου, μοναδικός
beyond imitation due to being unique and of high quality
Παραδείγματα
The artisan 's inimitable craftsmanship was evident in every detail of his handmade furniture.
Η απαράμιλλη τεχνική του τεχνίτη ήταν εμφανής σε κάθε λεπτομέρεια των χειροποίητων επίπλων του.
Λεξικό Δέντρο
inimitably
inimitable
inimit



























