inimitable
Pronunciation
/ˌɪˈnɪmətəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "inimitable"στα αγγλικά

inimitable
01

αμιμήτου, μοναδικός

beyond imitation due to being unique and of high quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inimitable
συγκριτικός βαθμός
more inimitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artisan 's inimitable craftsmanship was evident in every detail of his handmade furniture.
Η απαράμιλλη τεχνική του τεχνίτη ήταν εμφανής σε κάθε λεπτομέρεια των χειροποίητων επίπλων του.

Λεξικό Δέντρο

inimitably
inimitable
inimit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store