Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inimical
01
εχθρικός, ανταγωνιστικός
not useful for friendly relations or mutual cooperation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inimical
συγκριτικός βαθμός
more inimical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His inimical attitude towards his colleagues made it difficult for them to trust him or work together effectively.
Η εχθρική του στάση απέναντι στους συναδέλφους του έκανε δύσκολο για αυτούς να τον εμπιστευτούν ή να συνεργαστούν αποτελεσματικά.



























