to inhabit
in
ɪn
in
ha
ˈhæ
bit
bɪt
bit
inhibit

Ορισμός και σημασία του "inhabit"στα αγγλικά

to inhabit
01

κατοικώ, κατοικεί

to reside in a specific place 
Transitive: to inhabit a region
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
inhabit
γ΄ ενικό πρόσωπο
inhabits
ενεστώτα μετοχή
inhabiting
απλός αόριστος
inhabited
παθητική μετοχή
inhabited
Παραδείγματα
Many species of birds inhabit the forest year-round. 

Πολλά είδη πτηνών κατοικούν στο δάσος όλο το χρόνο.

02

κατοικώ, κατοικεί

to exist in something 
Transitive: to inhabit sth
Παραδείγματα
Strange energies were said to inhabit the ancient relic. 

Λέγεται ότι περίεργες ενέργειες κατοικούσαν στο αρχαίο κειμήλιο.

Λεξικό Δέντρο

inhabitancy
inhabitant
inhabit
habit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store