Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inhabit
01
κατοικώ, κατοικεί
to reside in a specific place
Transitive: to inhabit a region
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
inhabit
γ΄ ενικό πρόσωπο
inhabits
ενεστώτα μετοχή
inhabiting
απλός αόριστος
inhabited
παθητική μετοχή
inhabited
Παραδείγματα
Many species of birds inhabit the forest year-round.
Πολλά είδη πτηνών κατοικούν στο δάσος όλο το χρόνο.
Παραδείγματα
Strange energies were said to inhabit the ancient relic.
Λέγεται ότι περίεργες ενέργειες κατοικούσαν στο αρχαίο κειμήλιο.
Λεξικό Δέντρο
inhabitancy
inhabitant
inhabit
habit



























