Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inhabit
01
κατοικώ, κατοικεί
to reside in a specific place
Transitive: to inhabit a region
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
inhabit
γ΄ ενικό πρόσωπο
inhabits
ενεστώτα μετοχή
inhabiting
απλός αόριστος
inhabited
παθητική μετοχή
inhabited
Παραδείγματα
Rare animals still inhabit the remote mountains despite human encroachment.
Σπάνια ζώα ακόμα κατοικούν στα απομακρυσμένα βουνά παρά την ανθρώπινη παρέμβαση.
Παραδείγματα
An air of mystery and suspense seemed to inhabit the old mansion.
Μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και αγωνίας φαινόταν να κατοικεί στο παλιό αρχοντικό.
Λεξικό Δέντρο
inhabitancy
inhabitant
inhabit
habit



























