to inhabit
Pronunciation
/ˌɪnˈhæbət/

Ορισμός και σημασία του "inhabit"στα αγγλικά

to inhabit
01

κατοικώ, κατοικεί

to reside in a specific place
Transitive: to inhabit a region
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
inhabit
γ΄ ενικό πρόσωπο
inhabits
ενεστώτα μετοχή
inhabiting
απλός αόριστος
inhabited
παθητική μετοχή
inhabited
Παραδείγματα
Rare animals still inhabit the remote mountains despite human encroachment.
Σπάνια ζώα ακόμα κατοικούν στα απομακρυσμένα βουνά παρά την ανθρώπινη παρέμβαση.
02

κατοικώ, κατοικεί

to exist in something
Transitive: to inhabit sth
Παραδείγματα
An air of mystery and suspense seemed to inhabit the old mansion.
Μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και αγωνίας φαινόταν να κατοικεί στο παλιό αρχοντικό.

Λεξικό Δέντρο

inhabitancy
inhabitant
inhabit
habit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store