Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingratiating
01
κολακευτικός, θωπευτικός
calculated to please or gain favor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ingratiating
συγκριτικός βαθμός
more ingratiating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, social, evaluation
Παραδείγματα
His ingratiating tone made her doubt his sincerity.
Ο κολακευτικός τόνος του την έκανε να αμφισβητήσει την ειλικρίνειά του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ingratiatingly
ingratiating
ingratiate
ingrati



























