Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingrained
01
εμφυτευμένος, βαθιά εμφυτευμένος
(of beliefs, behaviors, habits, etc.) existing for so long and so deeply rooted that has made changing very difficult
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ingrained
συγκριτικός βαθμός
more ingrained
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, cognition, habit
Παραδείγματα
Her ingrained habits made it difficult to adapt to the new system.
Οι ριζωμένες συνήθειές της έκαναν δύσκολη την προσαρμογή στο νέο σύστημα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ingrained
ingrain
grain



























