inept
Pronunciation
/ˌɪˈnɛpt/

Ορισμός και σημασία του "inept"στα αγγλικά

01

ανίκανος, ανεπαρκής

lacking in proficiency and practicality
inept definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inept
συγκριτικός βαθμός
more inept
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inept employee frequently made errors, frustrating his coworkers.
Ο ανίκανος υπάλληλος έκανε συχνά λάθη, απογοητεύοντας τους συναδέλφους του.
02

ανίκανος, αδέξιος

showing poor judgment or clumsiness in actions
inept definition and meaning
Παραδείγματα
His inept management style led to high employee turnover and low morale within the company.
Το ανίκανο στυλ διαχείρισής του οδήγησε σε υψηλό κύκλο εργασιών των εργαζομένων και χαμηλό ηθικό εντός της εταιρείας.
03

αδέξιος, ανίκανος

having a socially awkward behavior and difficulty in making and keeping connections

Λεξικό Δέντρο

ineptly
ineptness
inept
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store