Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inept
Παραδείγματα
The inept employee frequently made errors, frustrating his coworkers.
Ο ανίκανος υπάλληλος έκανε συχνά λάθη, απογοητεύοντας τους συναδέλφους του.
02
ανίκανος, αδέξιος
showing poor judgment or clumsiness in actions
Παραδείγματα
His inept management style led to high employee turnover and low morale within the company.
Το ανίκανο στυλ διαχείρισής του οδήγησε σε υψηλό κύκλο εργασιών των εργαζομένων και χαμηλό ηθικό εντός της εταιρείας.
03
αδέξιος, ανίκανος
having a socially awkward behavior and difficulty in making and keeping connections
Λεξικό Δέντρο
ineptly
ineptness
inept



























