Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ineffable
01
ανείπωτος, απερίγραπτος
so intense that it cannot be adequately expressed in words
Παραδείγματα
The novel 's final scene left readers with ineffable sorrow that no paragraph could fully convey.
Η τελική σκηνή του μυθιστορήματος άφησε τους αναγνώστες με ανείπωτη θλίψη που κανένα παράγραφο δεν μπορούσε να μεταδώσει πλήρως.
02
ανείπωτος, ανεκφραστός
so sacred or forbidden that it must not or cannot be spoken aloud
Παραδείγματα
She refused to reveal the ineffable password that protected the hidden chamber.
Αρνήθηκε να αποκαλύψει τον ανείπωτο κωδικό πρόσβασης που προστάτευε το κρυφό δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
ineffably
ineffable
ineff



























