Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
increased
01
αυξημένος, ενισχυμένος
having grown or become larger in amount or degree
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most increased
συγκριτικός βαθμός
more increased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The increased rainfall led to flooding in low-lying areas.
Οι αυξημένες βροχοπτώσεις οδήγησαν σε πλημμύρες σε χαμηλές περιοχές.
Λεξικό Δέντρο
increased
increase



























