increased
Pronunciation
/ˈɪnˌkɹist/, /ˌɪnˈkɹist/

Ορισμός και σημασία του "increased"στα αγγλικά

01

αυξημένος, ενισχυμένος

having grown or become larger in amount or degree
increased definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most increased
συγκριτικός βαθμός
more increased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The increased rainfall led to flooding in low-lying areas.
Οι αυξημένες βροχοπτώσεις οδήγησαν σε πλημμύρες σε χαμηλές περιοχές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store