increased
inc
ˈɪnk
ink
reased
ri:st
rist
encrust

Ορισμός και σημασία του "increased"στα αγγλικά

01

αυξημένος, ενισχυμένος

having grown or become larger in amount or degree 
increased definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most increased
συγκριτικός βαθμός
more increased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Due to the increased demand, the company hired more employees. 

Λόγω της αυξημένης ζήτησης, η εταιρεία προσέλαβε περισσότερους υπαλλήλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store