Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to increase
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
increase
γ΄ ενικό πρόσωπο
increases
ενεστώτα μετοχή
increasing
απλός αόριστος
increased
παθητική μετοχή
increased
Παραδείγματα
The temperature is expected to increase throughout the day.
Προβλέπεται ότι η θερμοκρασία θα αυξηθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας.
02
αυξάνω, επιτείνω
to make something larger or greater in amount, degree, size, etc.
Transitive: to increase sth
Παραδείγματα
The company decided to increase its production capacity to meet growing demand.
Η εταιρεία αποφάσισε να αυξήσει την παραγωγική της ικανότητα για να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση.
Increase
01
αύξηση, επίδοση
a rise in something's amount, degree, size, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
increases
Παραδείγματα
The company reported an increase in sales this quarter.
Η εταιρεία ανέφερε μια αύξηση στις πωλήσεις αυτό το τρίμηνο.
02
αύξηση, προσαύξηση
a quantity that is added
03
αύξηση, ανάβαση
a change resulting in an increase
04
αύξηση, επίδοση
the act of increasing something
05
αύξηση, επίδοση
the amount by which something increases
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
increased
increasing
increase



























