incentive
in
ɪn
in
cen
ˈsɛn
sen
tive
tɪv
tiv
inventiveincitiveinceptive

Ορισμός και σημασία του "incentive"στα αγγλικά

01

κίνητρο, παρακίνηση

something that is used as an encouraging and motivating factor 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incentives
Παραδείγματα
The opportunity to travel abroad was a great incentive for volunteers to participate in the program. 

Η ευκαιρία να ταξιδέψουν στο εξωτερικό ήταν μια μεγάλη κίνητρο για τους εθελοντές να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα.

02

κίνητρο, μπόνους

a payment or concession to encourage someone to do something specific 
Παραδείγματα
The company offered a bonus as an incentive for employees who exceeded their sales targets. 

Η εταιρεία προσέφερε ένα μπόνους ως κίνητρο για τους υπαλλήλους που ξεπέρασαν τους στόχους πωλήσεών τους.

Λεξικό Δέντρο

disincentive
incentivize
incentive
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store