incel
in
ˈɪn
in
cel
sɛl
sel
swellnobellapelimpel

Ορισμός και σημασία του "incel"στα αγγλικά

01

ένας ετεροφυλόφιλος άνδρας που κατηγορεί τις γυναίκες και την κοινωνία για την έλλειψη ρομαντικής επιτυχίας του, incel

a heterosexual man who blames women and society for his lack of romantic success 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
incels
αρσενικό ενικό
incel
θηλυκό ενικό
femcel
neutral form
involuntary celibate

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store