incensed
in
ɪn
in
censed
ˈsɛnst
senst

Ορισμός και σημασία του "incensed"στα αγγλικά

01

οργισμένος, αγανακτισμένος

filled with intense anger or fury 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incensed
συγκριτικός βαθμός
more incensed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was incensed by the unfair treatment she received from her supervisor. 

Ήταν οργισμένη από την άδικη μεταχείριση που έλαβε από τον επόπτη της.

Λεξικό Δέντρο

incensed
incense
cense
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store