Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incensed
01
οργισμένος, αγανακτισμένος
filled with intense anger or fury
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incensed
συγκριτικός βαθμός
more incensed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, reaction, behavior
Παραδείγματα
She was incensed by the unfair treatment she received from her supervisor.
Ήταν οργισμένη από την άδικη μεταχείριση που έλαβε από τον επόπτη της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
incensed
incense
cense



























