incensed
Pronunciation
/ˈɪnˌsɛnst/

Ορισμός και σημασία του "incensed"στα αγγλικά

01

οργισμένος, αγανακτισμένος

filled with intense anger or fury
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incensed
συγκριτικός βαθμός
more incensed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her incensed demeanor made it clear that she would not tolerate any more excuses.
Η θυμωμένη της συμπεριφορά έκανε σαφές ότι δεν θα ανεχτεί άλλες δικαιολογίες.

Λεξικό Δέντρο

incensed
incense
cense
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store