Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Incarnation
01
ένσωμα, ένσωμα
the Christian belief that God became human in the form of Jesus Christ
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incarnations
Παραδείγματα
The incarnation shows God taking human form to live among people.
Η ενσάρκωση δείχνει τον Θεό να παίρνει ανθρώπινη μορφή για να ζήσει ανάμεσα στους ανθρώπους.
02
ενσάρκωση, προσωποποίηση
a new personification of a familiar idea
03
προσωποποίηση, ενσάρκωση
the act of attributing human characteristics to abstract ideas etc.
04
ενσάρκωση, ενσάρκωση
time passed in a particular bodily form
Λεξικό Δέντρο
reincarnation
incarnation
carnation



























