incapacitating
in
ˌɪn
ιν
ca
kə
κα
pa
ˈpæ
παι
ci
sɪ
σι
ta
teɪ
τει
ting
tɪng
τινγκ

Ορισμός και σημασία του "incapacitating"στα αγγλικά

incapacitating
01

απροσάρμοστος

preventing someone or something from functioning properly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incapacitating
συγκριτικός βαθμός
more incapacitating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effect, function, health
Παραδείγματα
The paralyzing nerve toxin had an incapacitating effect on the enemy soldiers, rendering them immobile and unable to fight. 

Η παραλυτική νευροτοξίνη είχε μια απενεργοποιητική επίδραση στους εχθρικούς στρατιώτες, καθιστώντας τους ακίνητους και ανίκανους να πολεμήσουν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

incapacitating
incapacitate
capacitate
capacit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store