Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incapacitating
01
απροσάρμοστος
preventing someone or something from functioning properly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incapacitating
συγκριτικός βαθμός
more incapacitating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The paralyzing nerve toxin had an incapacitating effect on the enemy soldiers, rendering them immobile and unable to fight.
Η παραλυτική νευροτοξίνη είχε μια απενεργοποιητική επίδραση στους εχθρικούς στρατιώτες, καθιστώντας τους ακίνητους και ανίκανους να πολεμήσουν.
Λεξικό Δέντρο
incapacitating
incapacitate
capacitate
capacit



























