Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impudent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impudent
συγκριτικός βαθμός
more impudent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She found his impudent attitude hard to tolerate.
Βρήκε την αναιδή συμπεριφορά του δύσκολη να αντέξει.
02
αναιδής, θρασύς
improperly forward or bold
Λεξικό Δέντρο
impudently
impudent
impud



























