imprecise
Pronunciation
/ˈɪmpɹəˌsaɪs/

Ορισμός και σημασία του "imprecise"στα αγγλικά

01

ανακριβής, ασαφής

lacking accuracy or exactness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imprecise
συγκριτικός βαθμός
more imprecise
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The measurements were imprecise, resulting in a poor fit.
Οι μετρήσεις ήταν ανακριβείς, με αποτέλεσμα κακή εφαρμογή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store