important
Pronunciation
/ɪmˈpɔrtənt/

Ορισμός και σημασία του "important"στα αγγλικά

01

σημαντικός, κρίσιμος

having a lot of value
important definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most important
συγκριτικός βαθμός
more important
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Teamwork is an important skill in most professional settings.
Η ομαδική εργασία είναι μια σημαντική δεξιότητα στις περισσότερες επαγγελματικές ρυθμίσεις.
02

σημαντικός, επιφανής

(of a person) having a high rank, status, or influence within a particular field, organization, or society
Παραδείγματα
The important leaders gathered to discuss the global crisis.
Οι σημαντικοί ηγέτες συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν την παγκόσμια κρίση.

Λεξικό Δέντρο

importantly
unimportant
important
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store