Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distinguished
01
διακεκριμένος, αξιοσέβαστος
(of a person) very successful and respected
Παραδείγματα
She was honored as a distinguished philanthropist for her generous contributions to various charities.
Τιμήθηκε ως διακεκριμένη φιλάνθρωπος για τις γενναιόδωρες συνεισφορές της σε διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις.
02
διακεκριμένος, ευγενής
highly respected and notable, reflected in appearance or behavior
Παραδείγματα
His distinguished career in law was marked by numerous accolades and a reputation for integrity.
Η διακεκριμένη καριέρα του στο δίκαιο σημαδεύτηκε από πολλά βραβεία και μια φήμη ακεραιότητας.
Λεξικό Δέντρο
undistinguished
distinguished
distinguish



























