distinguished
dis
ˈdɪs
dis
ting
tɪng
ting
uished
wɪʃt
visht
extinguished

Ορισμός και σημασία του "distinguished"στα αγγλικά

distinguished
01

διακεκριμένος, αξιοσέβαστος

(of a person) very successful and respected 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distinguished
συγκριτικός βαθμός
more distinguished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The distinguished scientist received the Nobel Prize for her groundbreaking research. 

Ο διακεκριμένος επιστήμονας έλαβε το Βραβείο Νόμπελ για την πρωτοποριακή της έρευνα.

02

διακεκριμένος, ευγενής

highly respected and notable, reflected in appearance or behavior 
Παραδείγματα
The distinguished professor received a standing ovation for his groundbreaking research. 

Ο διακεκριμένος καθηγητής έλαβε κατευθείαν επευφημίες για την πρωτοποριακή του έρευνα.

Λεξικό Δέντρο

undistinguished
distinguished
distinguish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store