Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to implode
01
εκρήγνυμαι προς τα μέσα, καταρρέω προς τα μέσα
to burst, fall, or collapse toward the inside violently
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
implode
γ΄ ενικό πρόσωπο
implodes
ενεστώτα μετοχή
imploding
απλός αόριστος
imploded
παθητική μετοχή
imploded
Παραδείγματα
The aging reactor began to show signs of failing, and experts feared it might implode.
Ο γηραιός αντιδραστήρας άρχισε να δείχνει σημάδια αστοχίας, και οι ειδικοί φοβόταν ότι μπορεί να καταρρεύσει προς τα μέσα.
02
καταρρέω εσωτερικά, υφίσταμαι ξαφνική κατάρρευση
(of a system, organization, etc.) to experience a sudden or dramatic failure
Παραδείγματα
The once-thriving tech company imploded under the weight of its own debts.
Η κάποτε ακμάζουσα τεχνολογική εταιρεία κατέρρευσε κάτω από το βάρος των δικών της χρεών.
2.1
καταρρέω, αποσυντίθεμαι
to bring about the destruction of a system, organization, etc.



























